Καταλαβαίνω κάθε φορά ότι φτάνουμε στο Περτούλι μόνο όταν βλέπουμε από μακριά την Πύλη, το χωριό με τα δυο βουνά που σχηματίζουν μια τεράστια καμάρα. Όταν σταματάμε λίγο πιο πάνω για χαλβά Φαρσάλων. Όταν κάνουμε την απαραίτητη ημίωρη στάση στο καφέ με τα πλατάνια πάνω απΆ το ποτάμι για τσίπουρο κι ελιές. Και, φυσικά, όταν περνάμε πια το τελευταίο «σύνορο», το χτιστό γεφύρι και φτάνουμε στις ελληνικές ¶λπεις: πυκνά έλατα, αγελάδες, πρόβατα, λιβάδια, βουνοκορφές και όταν είμαστε τυχεροί, ένα μέτρο χιόνι. Την προηγούμενη εβδομάδα στο Περτούλι, εν μέσω πανελλαδικού/διεθνούς πανικού, είχε επτά βαθμούς με τον ήλιο ψηλά.
Κάναμε ό,τι κάνουμε συνήθως όταν επισκεπτόμαστε το χωριό της μαμάς μου: ανάψαμε κερί στην Αγία Κυριακή, ψιλοχαθήκαμε στο δάσος, θαυμάσαμε τα κτίρια του Πικιώνη (ανήκουν στο δασαρχείο), γελάσαμε για εκατοστή όγδοη φορά όταν θυμηθήκαμε τη συμβουλή του θείου Κωστάκη για το τι πρέπει να κάνουμε αν δούμε ξαφνικά μπροστά μας αρκούδα («κάνε το σταυρό σου και τρέχα») και περιδρομιάζαμε από το πρωί ως το βράδυ βιολογικότατα κρέατα. Την παραμονή της αναχώρησης με πήρε τηλέφωνο μια φίλη και της είπα ότι είχαμε έρθει για να δει η Μυρτώ επιτέλους τα ξαδερφάκια της και νΆ αγοράσουμε φέτα, όπως κάθε χρόνο. «Πάρε από κει ό,τι μπορείς, για να βγει ο χειμώνας!», ούρλιαξε εκείνη από το τηλέφωνο, πια μεταξύ σοβαρού και αστείου.
|