Μια φορά την εβδομάδα μαζευόμαστε όλοι στο σπίτι των γονιών μου, η Νάσια, ο Hugo, η Μυρτώ, εγώ, ο Νικόλας και τρώμε, αναλύουμε την όλη κατάσταση και ξανατρώμε. Προχθές, η αδερφή μου έφερε μαζί της και τη «Νύχτα Γάμου» γιατί δεν έχει νόημα πια να μιλάμε για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και είπαμε να το ρίξουμε στην κωμωδία (εννοείται, τρώγοντας).
Και εκεί, κάπου στη μέση, όταν ο Βουτσάς εμφανίζεται με πιτζάμα-κιμονό, συμβαίνει κάτι μαγικό.
Μεταφέρομαι πίσω στην παιδική μου ηλικία, είναι Κυριακή και τρώμε, οι τέσσερίς μας μόνο φυσικά, μακαρόνια με κιμά και βλέπουμε το «Ξυπόλητη στο Πάρκο» για δέκατη όγδοη φορά και λέμε τα λόγια απέξω. Και μετά η μαμά μου αποκοιμιέται στον καναπέ όπως πάντα λίγο πριν το τέλος και όταν ξυπνάει ρωτάει «τι έγινε, τον σκότωσαν;» - πάντα το ρωτάει αυτό, ακόμα κι αν παίζει εκείνη την ώρα η «Φαντασία» του Ντίσνει.
Και μετά μεταφέρομαι, λέει, στο Ξυλόκαστρο και είναι καλοκαίρι, είμαστε μέσα στα αλάτια και μαζεύουμε κουκουνάρια από το έδαφος, σπάμε και τρώμε τους καρπούς τους και το απόγευμα πάμε όλοι μαζί για λουκουμάδες στην παραλία. Και οι γονείς μας είναι νέοι, τόσο νέοι.
Και όλα ξαφνικά φαίνονται τόσο εύκολα.
|